η ψεύτικη ταυτότητα


«Επιτέλους.»

Επιτέλους λουζότανε καλά για τη πρώτη φορά εδώ και μια εβδομάδα. Όλο δούλευε και είχε έστω πέντε λεπτά τη μέρα να κάνει ντους. Σήμερα όμως, είχε όσο χρόνο ήθελε. Ούτε σχολείο, ούτε δουλειά, σαν θαύμα.

Σκέφτηκε για όλα που δεν είναι δουλειά. Τη κοπέλα που βλέπει τώρα πια, τους πίνακες στο στούντιο του, το γατί που νιαουρίζει έξω από τη πόρτα του. Κάτω από το νερό, απλώς σκεφτόταν. Και κάθε πέντε λεπτά, σήκωνε το σαπούνι και καθαριζότανε λίγο. Αυτές τις στιγμές δεν είχε σκέψεις. Όταν άφηνε το σαπούνι, ξανάρχιζαν οι σκέψεις.

---

Γνώρισε τη κοπέλα του στο μάθημα φιλοσοφίας του. Το πρώτο από πολλά για το πτυχίο της, το μόνο που χρειαζόταν για το πτυχίο του. Σπούδαζε φιλοσοφία αυτή, σπούδαζε μηχανολογία αυτός. Ήταν το πρώτο της τετράμηνο, το έκτο του.
«Γερόνιμος.»
«Τί όνομα είναι κ ’αυτό;»
«Μεγάλο παιδί ήμουν, και οι γονείς μου είχαν ενδιαφέρον στους Ινδιάνους.»
«Και σε βάφτισαν έτσι…»
«Αφού κάνουμε κριτική, τ ‘όνομά σου;»
«Ελένη.»
«Κλασικό.»
«Μπα, εάν μ ‘έλεγαν Μικρόβεν, μάλλον.»
«Περισσότερο Ρομαντικός, αυτός.»
«Και ’συ καθόλου.»
«Κρίμα.»



back home